Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Το Πραξικόπημα τραπεζών και κυβερνήσεων !!!

timthumb

Il tracollo finanziario di questi anni non è dovuto a un incidente del sistema ma è il risultato dell’accumulazione finanziaria perseguita ad ogni costo per reagire alla stagnazione economica di fine secolo. Riprendiamo (dal sito di Sbilanciamoci) l’introduzione al libro del sociologo Luciano Gallino, “Il colpo di Stato di banche e governi”

ARCHIVIO GLOBAL CRISIS, infoaut.

Το Πραξικόπημα τραπεζών και κυβερνήσεων

Η χρηματιστική κατάρρευση αυτών των χρόνων δεν προήλθε από ένα ατύχημα του συστήματος αλλά είναι αποτέλεσμα της…χρηματιστικής συσσώρευσης που επιδιώχτηκε με κάθε κόστος για να αντιδράσουν στην οικονομική στασιμότητα στα τέλη του αιώνα.Αντιγράφουμε [απ' το σάϊτ Sbilanciamoci] την εισαγωγή απ’ το βιβλίο του κοινωνιολόγου
Luciano Gallino, “Il colpo di Stato di banche e governi”

Η έκρηξη της κρίσης 2007-2008 παρουσιάζεται συχνά σαν ένα φυσικό φαινόμενο, ξαφνικό όσο και απρόβλεπτο : ένα τσουνάμι, ένας σεισμός, μια τρομερή ηφαιστιακή έκρηξη. Ή σαν τεχνικό ατύχημα που συνέβη κατά τύχη σε ένα σύστημα, εκείνο το χρηματιστικό, που λειτουργούσε τέλεια. Στην πραγματικότητα, η κρίση που διασχίζουμε δεν έχει τίποτα το φυσικό ή τυχαίο. Ήταν το αποτέλεσμα μιας λανθασμένης απάντησης, στον εαυτό του χρηματοπιστωτικού συστήματος που βασίστηκε σε μια πλατειά νομοθετική πλατφόρμα, που η πολιτική έδωσε στην επιβράδυνση της πραγματικής οικονομίας που διαρκούσε για μεγάλο διάστημα και οι λόγοι ήταν δομικοί. Στις ρίζες της κρίσης υπήρχε η στασιμότητα της συσσώρευσης κεφαλαίου στην Αμερική και την Ευρώπη, μια κατάσταση εμφανής ήδη στα χρόνια Εβδομήντα ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΜΈΝΟΥ ΑΙΏΝΑ. Με σκοπό να ξεπεραστεί η στασιμότητα, οι κυβερνήσεις στις δύο ακτές του Ατλαντικού ενθάρρυναν με κάθε τρόπο την ανάπτυξη δίχως όρια των χρηματιστικών δραστηριοτήτων, αντιλαμβανόμενες σαν παραγωγή χρήματος πλασματικού. Αυτό το ιδιόμορφο παραγωγικό μοντέλο έχει σαν θεμέλιο την παραγωγή χρήματος από το πουθενά θέλεις διαμέσω της πίστης, θέλεις δια μέσω της γιγάντιας διάχυσης τίτλων τελείως διαχωρισμένων από την πραγματική οικονομία, όπως είναι τα ‘παράγωγα’, μπροστά από τα οποία – διαφορετικά από ότι συνέβαινε στη μακρινή καταγωγή τους – δεν παίρνει σάρκα και οστά καμιά αγοραπωλησία αγαθών ή υπηρεσιών : έγιναν εκ των πραγμάτων ισοδύναμα με αποκόμματα λοττερίας, λαχείου.

Ωστόσο, έχοντας τη δυνατότητα να τα πουλήσουν και να τα μετασχηματίσουν σε χρήμα, με αυτό τον τρόπο, αυτά αντιπροσωπεύουν νέα μορφή χρήματος και μαζί με την απεριόριστη δημιουργία χρήματος διαμέσω της πίστης κατέκλυσαν τον κόσμο, καθιστώντας τελείως αδύνατο να ορίσεις πόσο χρήμα υπάρχει σε κυκλοφορία, αν αφαιρέσεις το μικρό μερίδιο – μερικές ποσοστιαίες μονάδες – κερμάτων και χαρτονομισμάτων τυπωμένων και ηλεκτρονικού χρήματος που δημιουργείται από τις κεντρικές Τράπεζες. Το πρόβλημα είναι πως το χρήμα που δημιουργείται από το πουθενά μπορεί ναι να μετατραπεί πρόθυμα σε πραγματικά αγαθά και υπηρεσίες, όμως άλλο τόσο γρήγορα μπορεί να εξαφανιστεί ανα πάσα στιγμή, όπως έγινε σε εκπληκτική σκάλα ανάμεσα στο Φεβρουάριο και τον Οκτώβριο του 2008.

Αν εξαιρέσουμε τα μετρητά και το χρήμα που δημιουργείται από τις κεντρικές Τράπεζες για τους θεσμικούς τους σκοπούς, σχεδόν όλο το χρήμα σε κυκλοφορία δημιουργείται από ιδιωτικές τράπεζες δια μέσω της παραχώρησης πιστώσεων ή των πακέτων τίτλων. Στην Εε, οι ιδιωτικές τράπεζες έφτασαν στο σημείο να παραχωρούν σε σύνολο τρισεκατομμύρια ευρώ σε πίστη δηλαδή σε δάνεια, την ώρα που κατείχαν στα θησαυροφυλάκειά τους πραγματικά ή ηλεκτρονικά όχι πάνω από το 4% με 5% κεφαλαίου, ή στα αποθεματικά της κεντρικής ευρωπαικής Τράπεζας 1-2% του συνόλου δανείων που είχαν παραχωρήσει. Είναι συνυφασμένες με αυτό δύο στρεβλώσεις αυτού καθ εαυτού του χρηματιστικού συστήματος οι οποίες βρίσκονται ακόμη πέρα της παθολογικής δημιουργίας ποταμών χρήματος από το πουθενά η οποία συνέβαλε στη δημιουργία της κρίσης. Θα επανέλθουμε πλατιά όσον αφορά αυτές στη διάρκεια του κειμένου. Προς το παρόν φτάνει να σημειώσουμε, πρώτ’ απ’ όλα, πως η δυνατότητα δημιουργίας χρήματος είναι πρωταρχικής σημασίας για ένα Κράτος. Έχοντάς το εκχωρήσει εδώ και πολύ καιρό για εννέα εκατοστά στις ιδιωτικές τράπεζες, και μάλιστα έχοντας εωνοήσει την επέκτασή τους με κάθε μέσο, είναι ένα βίτσιο που υπονομεύει στη βάση της την παγκόσμια οικονομία. Σε δεύτερο χρόνο, οι τράπεζες δημιουργούν χρήμα από το πουθενά με λίγα χτυπήματα στο πληκτρολόγιο ενός υπολογιστή, όμως στη συνέχεια, από εκείνους που λαμβάνουν αυτό το χτήμα υπό μορφή δανείου – οικογένειες, επιχειρήσεις, το Κράτος – απαιτούν σημαντικούς τόκους. Και σε περίπτωση αποτυχίας πληρωμής τόκου ή μετοχικού κεφαλαίου στη λήξη έχουν δικαίωμα κατάσχεσης από αυτούς σε όλα τα είδη κινητών και ακίνητων αγαθών, και έτσι μεταρέπουν το τίποτα σε σπίτια, ή εδάφη ή βιομηχανικές εγκαταστάσεις που γίνονται ιδιοκτησία τους. Είναι μια [μη]λογική που προκαλεί την πιο αναμμένη φαντασία [1].

Με αυτό τον τρόπο η πολιτική αποδίδει στα οικονομικά, όχι από σήμερα αλλά από γενιές παλιότερα, μια εξουσία-δυνατότητα ανυπολόγιστη. Στα χρόνια Πενήντα του Εννιακόσια μιλάγαμε για ‘στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα’, κάνοντας αναφορά στις στενές σχέσεις οικονομικές, πολιτικές ιδεολογικές που είχαν συναφθεί στις προηγμένες βιομηχανικές κοινωνίες ανάμεσα στις ένοπλες δυνάμεις και στις μεγαλύτερες βιομηχανικές επιχειρήσεις. Ήταν ο πρόεδρος Eisenhower, στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του [ιανουάριος 1961], να παροτρύνει τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον κόσμο να προφυλαχθούν από ‘την καταστροφική αύξηση δύναμης και εξουσίας’ που αυτό το σύμπλεγμα άφηνε να διακριθεί’ [2]. Από τα Ογδόντα και μετά πρέπει αντιθέτως να ομιλήσουμε για ‘σύμπλεγμα πολιτικό- χρηματιστικό’, μια και βρισκόμαστε μπροστά στην παρουσία όλο και στενότερων δεσμών που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στην πολιτική και τα οικονομικά, στην Ενωμένη Ευρώπη όπως και στις ΗΠΑ.

Έχοντας ορίσει πως η παρούσα κρίση είναι δομικό φαινόμενο, όχι ατύχημα στην διαδρομή, που έχει στις πλάτες στρεβλώσεις βαθειές του οικονομικο χρηματιστικού συστήματος, από πολλές απόψεις συνδεδεμένες με την στασιμότητα της πραγματικής οικονομίας, πρέπει να αναφέρουμε πως οι ‘δομές’ δεν λειτουργούν από μόνες τους. Έχουν ανάγκη από ανθρώπους που ερμηνεύουν τις λογικές τους, τις τροποποιούν για να τις προσαρμόσουν στους καιρούς και τις εφαρμόζουν. Παρόλο που υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία όσον αφορά τη δυνατότητα να καταλογίσουμε συγκεκριμένες δράσεις σε άτομα ή κάποιες ομάδες, η κρίση ήταν και είναι το αποτέλεσμα δράσεων που πράχτηκαν από ένα ολιγομελές νούμερο ανδρών και γυναικών που για πολύ χρόνο, διαμέσω των οργανώσεων στην κεφαλή των οποίων ανήκαν ή στις οποίες ενεργούσαν, άσκησαν εν γνώσει τους συγκεκριμένους οικονομικούς και πολιτικούς σκοπούς. Εκτέλεσαν συγκεκριμένες πράξεις εν μέρει διότι η ιδεολογία από την οποία οδηγούνταν δεν επέτρεπε σε αυτούς να διατρέξουν εναλλακτικά, εν μέρει για να ικανοποιήσουν προσωπικά συμφέροντα ή τρίτων. Δράσεις που πράχτηκαν με τη δυνατότητα χρήσης τεράστιων πόρων, σε πολιτικό όπως και οικονομικό χώρο, δίχως να σκεφτούν ούτε ελάχιστα τα επακόλουθα και τις συνέπειες που αυτές οι ίδιες οι δράσεις θα προκαλούσαν εις βάρος τεράστιου αριθμού ανθρώπων. Το σύστημα που τέτοιοι άνθρωποι έστησαν και οδήγησαν, το χρηματιστικο-πολιτικό σύμπλεγμα, περιείχε από το ξεκίνημά του σοβαρά ελαττώματα σχεδιασμού και ήδη από τις προηγούμενες δεκαετίες είχε παρουσιάσει επανειλημμένα σημάδια δυσλειτουργίας. Μπροστά στις αιτίες και τις συνέπειές της, η κρίση που ξέσπασε το 2007 μπορεί να οριστεί σαν το μεγαλύτερο φαινόμενο κοινωνικής ανευθυνότητας που οικονομικοί και πολιτικοί θεσμοί έδειξαν ποτέ ιστορικά [3].

Στο οικονομικό σύστημα οι κύριοι πρωταγωνιστές αυτού του φαινομένου είναι οι διευθύνοντες διάφορων ειδών χρηματιστικών μεγα-οντοτήτων. Ο κατάλογος από αυτές είναι πολύ μακρύς. Ξεκινά από τις κεντρικές Τράπεζες όπως η ευρωπαική Bc, η αμερικανική Fed, η τράπεζα της Αγγλίας, και διακυβερνητικές οργανώσεις όπως το διεθνές νομισματικό Ταμείο. Μετά έρχεται ένα πλήθος από άλλες οντότητες, ξεκινώντας από ομίλους που σχηματίζονται από ‘εταιρείες που ελέγχουν τράπεζες’ ,(bank holding companies), οργανισμούς που στην χρηματιστική κυριαρχία εκτελούν πράξεις κάθε πιθανού είδους, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών. Ακολουθούν οι ‘οικουμενικές τράπεζες’ τόσο ιδιωτικές όπως, για να πούμε, Bnp-Paribas ή Unicredit, όσο και δημόσιες όπως οι Landesbanken, τοπικές γερμανικές, οι μεν όπως και οι δε να ασχολούνται από δεκαετίες με το να έχουν τις μεγαλύτερες εισροές από επενδύσεις και κερδοσκοπίες για λογαριασμό τους και όχι από τις οικονομίες που διαχειρίζονται, οι θεσμικοί επενδυτές όπως συνταξιοδοτικά ταμεία δημόσια και ιδιωτικά, επενδυτικά ταμεία και ασφαλιστικές εταιρείες [4].

Και ακόμη, ανάμεσα στους οικονομικούς παράγοντας οι οποίοι, εν γνώσει τους ή όχι, συνέβαλαν τόσο στην ώθηση της κρίσης ή στη συνέχισή της δίχως τέλος με λύσεις προσωρινές και μερικές, βρίσκουμε τις κατασκευαστικές εταιρείες που εκτοξεύτηκαν στις χρηματιστικές αγορές, τα ταμεία χρηματικών αγορών, τα κερδοσκοπικά ταμεία (hedge funds); τα ταμεία που ονομάζονται κυρίαρχα διότι το κεφάλαιό τους σχηματίζεται κυρίως από κρατικούς τίτλους, οι εταιρείες ειδικευμένες στη δημιουργία και διαχείρηση στην αγορά τίτλων εμπορικών που έχουν σαν βάση στεγαστικά δάνεια,τα ταμιευτήρια, τα ταμιευτήρια καταθέσεων, τις δημόσιες εταιρείες ή αυτές που έχουν για χορηγό το Κράτος με καθήκον να εξασφαλίζουν και να ξαναεξασφαλίζουν τις υποθήκες στα σπίτια, σαν τις αμερικάνικες Fannie Mae (που βρίσκεται στην Federai National Mortgage Association), Ginnie Mae (Government National Mortgage Association) και Freddie Mac (Federal Home Loan Mortgage Corporation). Κλείνοντας, μεγάλος αριθμός ιδρυμάτων που έχουν σαν κεφάλαιο μεγάλο αριθμό σε μετοχές τραπεζικές, ή σημαντικά μερίδια επενδυτικών κεφαλαίων, ένα είδος που περιλαμβάνει επίσης ιδρύματα πάνω στα οποία βασίζονται μερικά από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια ιδιωτικά στον κόσμο, Harvard ή το Stanford.

Στο πολιτικό σύστημα συνεισέφεραν στην κρίση, από το Ογδόντα όταν επεξεργάστηκαν διαμέσω των κοινοβουλίων τα νομικά θεμέλια, ένα μεγάλο μέρος κυβερνητικών στελεχών σε ΗΠΑ και ΕΕ που από τότε μέχρι σήμερα αλληλοδιαδέχτηκαν, καθώς και μέλη διακυβερνητικών οργανώσεων, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει η ευρωπαική Επιτροπή. Επιπλέον κάποιοι κυβερνήτες, ανάμεσα στους οποίους σε πρώτο επίπεδο στους καιρούς τους οι Bill Clinton και François Mitterrand. Στους παραπάνω παίκτες πρέπει να προσθέσουμε πρέπει να προσθέσουμε και τους διευθύνοντες πολιτικά κόμματα που εξέφρασαν και υποστήριξαν τις κυβερνήσεις για τις οποίες συζητάμε, όπως και βουλευτές που ακολούθησαν τις οδηγίες τους ψηφίζοντας σε σχεδόν όλες τις χώρες της ΕΕ κάποιους νόμους που παρουσιάστηκαν σαν σίγουρα διορθωτικά μέτρα στην κρίση, ενώ στην πραγματικότητα συνετέλεσαν στο να την χειροτερέψουν. Φτάνει να σκεφτούμε τις ανήκουστες παρεμβάσεις στον ίδιο τον πολιτικό και οικονομικό κυριαρχικό ιστό των Κρατών που επιτελέστηκαν με την εισαγωγή στο Σύνταγμα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού ή με την κοινοβουλευτική έγκριση του λεγόμενου ‘δημοσιονομικού συμφώνου’, που θα τα μελετήσουμε λεπτομερώς σε ξεχωριστό κεφάλαιο.

Εάν οι δομές είναι το σενάριο και υ υπόθεση και έχουν ανάγκη ηθοποιών οικονομικών και πολιτικών ώστε το δράμα να παιχτεί, οι ίδιοι αυτοί ηθοποιοί έχουν ανάγκη κομπάρσων και βοηθών προκειμένου και με σκοπό τον καλύτερο προσδιορισμό, νομιμοποίηση, τροφοδότηση, την βήμα-βήμα εκτέλεση για χρόνια και δεκαετίες τις γραμμές δράσης που μας οδήγησαν στην κρίση. Παρήχαν τον εαυτό τους για να ασκήσουν αυτόν τον ρόλο άμεσα οι traders, οι επαγγελματίες του κλάδου στα τρισεκατομμύρια [στα δολάρια όπως και στα ευρώ] σε ημερήσιες χρηματιστικές συναλλαγές οι οποίες, πολλαπλασιάζοντας επί δις τα εκατοστά που κερδίζουν για κάθε συναλλαγή με την βοήθεια του high frequency trading, ικανού να πραγματοποιεί μέσω πληροφορικής δεκάδες χιλιάδων συναλλαγών στο δευτερόλεπτο, αποφέρουν κέρδη σημαντικά στις τράπεζες. Οι ειδικοί να δημιουργούν δομικούς τίτλους, ο καθένας των οποίων είναι φτιαγμένος από χιλιάδες υποθήκες αβέβαιης προέλευσης. Οι νομικοί που επεξεργάστηκαν τις νομικές καλύψεις των τίτλων και των οχημάτων [εταιρείες με σκοπό που δημιουργήθηκαν απ' τις τράπεζες για να βγάλουν εκτός προϋπολογισμού τα παρεχόμενα δάνεια για να μπορούν έτσι να παρέχουν κι άλλα] που τα τοποθετούν στο εμπόριο. Την ώρα που σε έμμεσους ρόλους ενήργησαν στόλοι οικονομικών συμβούλων πρωθυπουργών και προέδρων Κρατών, οι οικονομολόγοι που ανακάλυψαν, τα πρότειναν σε ιδρύματα χρηματοπιστωτικά, δίδαξαν σε πανεπιστήμια και στις σχολές διοίκησης επιχειρήσεων τις θεωρίες κινδύνου, των αγορών κεφαλαίου, τις λειτουργίες του χρήματος, ή για το χρήμα που ταιριάζει καλύτερα για να καθοδηγεί τις δράσεις των διοικητών οικονομικών στελεχών ή τουλάχιστον να προσδώσουν επιστημονική επίφαση. Σε αυτούς να προσθέσουμε τους διανοούμενους που σχεδίασαν το ιδεολογικό σώμα, που διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τα νεοφιλελεύθερα δόγματα, που αποσκοπούν στο να αποδείξουν την ανωτερότητα όχι μόνο τεχνική, αλλά και ηθική, της δράσης του Homo oeconomicus σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής.

Εξ αιτίας των δομικών ελαττωμάτων του χρηματιστικού συστήματος, συνδεδεμένα με εκείνα του παραγωγικού συστήματος, που στο να δημιουργήσει και χειροτερεύσει το πολιτικό σύστημα συνέβαλλε άμεσα και έμμεσα – στην δεύτερη περίπτωση λόγω της προφανούς ανικανότητας να αντιμετωπίσει την κατάσταση κυρίως σε θέματα εργασίας και απασχόλησης -, η κρίση που ξεκίνησε το 2007 κατέστρεψε την ύπαρξη μιας τεράστιας ποσότητας ανθρώπων στια χώρες τις ανεπτυγμένες. Όποιος κι αν είναι ο δείκτης που εξετάζουμε, αυτοί στη δραματική κατάσταση των οποίων αναφερόμαστε μετρώνται σε εκατομμύρια. Εκατομμύρια που έχασαν τις δουλειές τους και δυσκολεύονται να ξαναβρούν : σε 36 ανεπτυγμένες Χώρες, στα τέλη του 2011μοναχά 6 κατέγραφαν δείκτη απασχόλησης ίδιο ή μεγαλύτερο από αυτόν του 2007. Σε όλες τις άλλες προκύπτει ελαττωμένος, και η παγκόσμια Οργάνωση εργασίας (Oil) εκτιμά πως πολύ δύσκολα θα επιστρέψει στα επίπεδα προ-κρίσης πριν απ’ το τέλος του 2016 και μετά, μια πρόβλεψη που στα τέλη το 2013 μοιάζει ήδη υπερβολικά αισιόδοξη. Προσμετρώντας τους άνεργους που ήδη ψάχνουν για εργασία σε εκείνους που έπαψαν λόγω των επανηλημένων προσπαθειών που κατέληξαν στο κενό, μιλάμε για πενήντα εκατομμύρια ανθρώπους, χωρισμένους σχεδόν στη μέση ανάμεσα σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες. Σχεδόν όλοι ανήκουν στην εργατική τάξη και στις μεσαίες τάξεις. Η οΡΓΆΝΩΣΗ εργασίας υπολογίζει πως μέσα στο 2012 το 40% των ανέργων ήταν χωρίς δουλειά για ένα χρόνο. Μόνο στην εΕ ΣΕ 27, η Eurostat υπολόγιζε πως τον Φεβρουάριο του 2013 οι άνεργοι ανέρχονται σε 26 εκατομμύρια. Το 2000 ήταν κάτω από τα 20. Την ίδια ημερομηνία σε Ιταλία και Πορτογαλλία η ανεργία στους νέους [15-24 χρόνια] ήταν γύρω στο 40%, στην Ισπανία και την Ελλάδα ξεπερνούσε το 55%.

Να προσθέσουμε πως η θετική αντιστροφή στους δείκτες της ανεργίας, η ποσότητα απασχόλησης που ακόμη παραμένει, κρύβει τη χειροτέρευση της ποιότητας αυτής της τελευταίας. Πράγματι, σχεδόν όλες οι ανεπτυγμένες χώρες μείωσαν τα τελευταία χρόνια τις προστατευτικές διατάξεις της εργασίας απροσδιορίστου χρόνου, οπότε πολλοί, οι νεότεροι και οι λιγότερο νέοι, βρήκαν εργασία αποδεχόμενοι συμβόλαια μικρής διάρκειας και υποπληρωμένα, εκείνα που χαρακτηρίζουν το σύμπαν της επισφαλούς απασχόλησης. Από καιρό, στην Ιταλία, οι 80 στις εκατό νέες προσλήψεις γίνονται με τέτοια συμβόλαια.

Ο έλεγχος του κοινωνικού κόστους της κρίσης περιλαμβάνει φυσικά και άλλα στοιχεία. Οι δείκτες φτώχειας αυξήθηκαν σχεδόν παντού. Στο τέλος της δεκαετίας οι φτωχοί ήταν 50 εκατομμύρια στις ΗΠΑ [το έν έκτο του πληθυσμού], 6-7 εκατομμύρια στην Ισπανία, στην Ιταλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο [5]. Άλλα στοιχεία που μας δίνει η Eurostat στα τέλη του 2012. Στο 2011 θα περιλαμβάνονται , στην Εε σε 27, 120 εκατομμύρια άνθρωποι, ένα τέταρτο του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού
Σε αυτή την κατηγορία η Eurostat διαιρεί αυτούς που παρουσιάζουν μια από αυτές τις συνθήκες : 1] το διαθέσιμο εισόδημα μετά τις κοινωνικές μεραβιβάσεις τους κατατάσεις κάτω από τα όρια της φτώχειας της χώρας τους 2] επηρεάστηκαν από αυστηρή υλική στέρηση 3] είναι άτομα ανάμεσα στα μηδέν και 59 χρόνια και ανήκουν σε οικογένειες με χαμηλότατη εργασιακή ένταση, εκείνες δηλαδή στις οποίες οι ενήλικοι δούλεψαν την τελευταία χρονιά παράγοντας λιγότερο από είκοσι τοις εκατό της πραγματικής συνολικής δυνατότητας εργασίας. Πρόκειται για 12 εκατομμύρια οικογένειες στις οποίες υπάρχουν ένα ή περισσότερα μέλη που θα μπορούσαν κατά μέσο όρο να εργαστούν σαράντα ώρες την εβδομάδα κατά κεφαλή, εργάστηκαν όμως μόνο 8.

Πρέπει επίσης να υπογραμμίσουμε πως, ενώ υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις Χώρες όσον αφορά τον κίνδυνο φτώχειας και τον δείκτη υλικής στέρησης, ο αριθμός ανθρώπων που ανήκουν σε οικογένειες με χαμηλότατη ένταση εργασίας ποικίλει μονάχα, αν εξαιρέσουμε Κύπρο και Λουξεμβούργο, ανάμεσα στο 7% της Τσέχικης δημοκρατίας και το 14% του Βελγίου. Μιας και εκείνοι που δουλεύουν μετά τα εξήντα χρόνια είναι σχετικά λίγοι, μπορούμε να υπολογίσουμε πως ο αριθμός αυτών που τους έχει ολοκληρωτικά αγγίξει χαμηλή ένταση εργασίας συνολικά είναι γύρω, στην Εε, ανάμεσα στα 40 με 45 εκατομμύρια [6]. Να μεγαλώνει τον δείκτη φτώχειας συνεισφέρει επίσης το νούμερο φτωχών εργαζομένων – αυτών που έχουν πάνω κάτω σταθερή εργασία, που πληρώνονται όμως τόσο λίγο ώστε να πέφτουν αυτοί και οι ζώντες με αυτούς κάτω από το όριο της φτώχειας [7]. Αν μεγαλώσουμε την εικόνα πέρα από τις συνθήκες εργασίας, ανακαλύπτουμε πως εξ αιτίας του κλεισίματος των εργοστασίων απ’ τα οποία ζούσαν, της ανεργείας και της επισφάλειας που προέκυψε, της πτώσης στην κατανάλωση, της εξαφάνισης τεχνιτών και βιοτεχνών και εμπόρων, ολόκληρες κοινότητες καταστράφηκαν.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ιρλανδία τουλάχιστον έξι εκατομμύρια οικογένειες έχασαν το σπίτι τους διότι δεν κατάφερναν πλέον να πληρώσουν τη δόση του δανείου για το οποίο τα είχαν υποθηκεύσει στις τράπεζες υποχρεωτικά μιας και δεν είχαν τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους. Εκατομμύρια άλλες οικογένειες έχασαν μεγάλο μέρος των οικονομιών τους, της αξίας στα ταμεία συντάξεων ή της ασφάλειας υγείας, εξ αιτίας της πτώσης της τιμής των τίτλων στους οποίους είχαν επενδυθεί, ή της καταβαράρθρωσης της επιχείρησης πάνω στην οποία οι τίτλοι ή η ασφάλεια είχαν συνδεθεί. Συνολικά, ανάμεσα στις Χώρες τις ανεπτυγμένες και τις αναπτυσόμενες, υπολογίζεται πως η αξία των ακινήτων και των τίτλων που εξαερίστηκαν μονάχα τα δύο-τρία πρώτα χρόνια της κρίσης γυρνά στα 50 με 60 τρισεκατομμύρια δολάρια – ένα νούμερο κοντά στο παγκόσμιο προϊόν από την εργασία. Ένα μέρος αυτής της απώλειας είχε σχέση με μεγάλες περιουσίες, που από το 2009 και μετά όμως τις ανάκτησαν. Αντιθέτως, εκείνες που είχαν να κάνουν με τις αποταμιεύσεις εκατομμυρίων οικογενειών παρέμειναν ή χειροτέρευσαν.

Εάν σκεφτούμε λοιπόν επάνω στην τυπολογία και την ποσότητα των θυμάτων της κρίσης, συγκρίνοντάς τες με τους παράγοντες που μαζί με τους βοηθούς τους την δημιούργησαν και την νομιμοποίησαν, διάφορες πλευρές μας χτυπούν. Η πρώτη είναι πως τα θύματα του σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος είναι παιδιά και εγγόνια της εργατικής τάξης και της μεσαίας τάξης που χτυπήθηκαν, κυρίως στις ΗΠΑ, από το πάγωμα των μισθών που προέκυψε από τα χρόνια Εβδομήντα. Μια κατάσταση από την οποία προσπάθησαν να εξέλθουν, με την βοήθεια των κυβερνήσεών τους και των οικονομικών θεσμών, μεγαλώνοντας αυξητικά τα χρέη τους – ένας από τους παράγοντες που συνέβαλλαν άμεσα επίσης για την κρίση. Με άλλα λόγια, όχι μόνο η κρίση όταν φτάνει χτυπάει δυο φορές, αλλά όταν επιστρέφει προσέχει να χτυπήσει ξανά στην ίδια πόρτα.

Σε δεύτερο βαθμό πρέπει να υπογραμμίσουμε το πόσο σχετικά μικρό είναι το νούμερο των δημιουργών της κρίσης και των βοηθών τους σε σχέση με το τεράστιο αριθμό των θυμάτων. Οι δημιουργοί που είναι οι αληθινοί πρωταγωνιστές της κρίσης, στο σύνολο των ανεπτυγμένων Χωρών, είναι λίγες δεκάδες χιλιάδων. Με τους βοηθούς και τους παράγοντες δεύτερου βαθμού που όμως είναι απαραίτητοι για την ανάπτυξη του δράμματος θα φτάσουμε ίσως στην εκατοστή χιλιάδων. Τη στιγμή που τα θύματα, όπως είδαμε φτάνουν σε εκατοντάδες εκατομμυρίων. Θα μπορούσαμε να πούμε, παραφράζοντας την περίφημη φράση του Churchill, πως ποτέ άλλοτε τόσοι λίγοι δεν έβλαψαν τόσο πολύ τόσο πολλούς ανθρώπους.

Είναι αλήθεια πως υπολογίζοντας τους υπεύθυνους ο αριθμός θα μπορούσε να μεγαλώσει σημειώνοντας πως οι οικονομικοί διευθυντές που ευθύνονται για την κρίση λειτουργούσαν, στην πραγματικότητα ,όχι μόνο για δικό τους λογαριασμό, αλλά επίσης και υπέρ εκατομμυρίων ιδιοκτητών μεγάλων περιουσιών, μια ολόκληρη τάξη κοινωνική που τους εμπιστεύτηκε να πολλαπλασιάσουν τα κεφάλαιά τους. Από την άλλη είναι κατάλληλο να αναφέρουμε πως πρέπει να θεσπιστεί μια διαφοροποίηση ανάμεσα σε αυτόν που κινεί απευθείας τους μηχανισμούς της μηχανής που οδήγησε στην κρίση, και αυτού που πάνω σε αυτή την μηχανή φόρτωσε τα κεφάλαιά του. Είναι δύο επίπεδα ευθύνης, συνδεδεμένα αλλά όχι εξομοιωμένα εαν θέλουμε να αναλύσουμε τις ευθύνες προέλευσης τηςεπόμενης κρίσης. Γι αυτό το κείμενο που ακολουθεί θα ήθελε να εξετάσει κυρίως τις πράξεις της πρώτης ομάδας, τους χρηματιστικούς παράγοντες, δίχως να αγνοεί τη σημασία της δεύτερης ομάδας, την πιο ευκατάστατη κοινωνική τάξη του πλανήτη. Σχηματισμένη από περίπου 29 εκατομμύρια ενήλικες, το 0,6 στα εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού, που κατέχει πάνω από το 39 τοις εκατό του παγκόσμιου πλούτου, πάνω από 88 τρις [88 χιλιάδες δις] δολάρια. Είναι η μόνη τάξη στην οποία η κρίση έφερε σημαντικά οφέλη.

Μια τρίτη πτυχή που κάνει εντύπωση είναι πως μετά έξι χρόνια από την έκρηξη της κρίσης [αύγουστος 2007], ήταν ελάχιστοι οι υπεύθυνοι οικονομικοί και πολιτικοί που κλήθηκαν να απολογηθουν για τις ζημιές που συνέβαλλαν να δημιουργηθούν. Είναι αλήθεια πως εξ αιτίας της κατάρρευσης μεγάλων βιομηχανικών μονάδων που ακολούθησαν η μια την άλλη ανάμεσα στο 2000 και το 2003 – από την Enron στην WorldCom και στη Parmalat – μια περίοδο που δύναται να θεωρηθεί πρόλογος της σημερινής κρίσης, αναγνωρίστηκε υπεύθυνο και καταδικάστηκε σε σοβαρές ποινές ένα συγκεκριμένο νούμερο διοικητών. Αντιθέτως, απ’ το 2007 ούτε μια μοναδική προκαταρτική έρευνα ή δίωξης συγκρίσιμη με εκείνες της περιόδου για την οποία μιλήσαμε νωρίτερα ξεκίνησε στην Αμερική ή στην Ευρώπη. Με μια μοναχά εξαίρεση : το 2011 ο ιδιοκτήτης ενός hedge fund, ο Bernie Madoff, είδε να του προκαλείται από ένα ομοσπονδιακό δικαστήριο των ηνωμένων πολιτειών ποινή φυλάκισης εκατόν πενήντα εττών. Πρέπει όμως αμέσως να αναφέρουμε πως σε αυτή την περίπτωση, όπως και σ’ εκείνες που αναφέραμε προηγουμένως, επρόκειτο για αυθεντικούς απατεώνες, διευθυντές και χρηματιστές που είχαν παραποιήσει σε επίπεδο χοντρικής προυπολογισμούς και εξαπατήσει με μακροσκοπικό τρόπο τους επενδυτές. Δεν θέλουμε λοιπόν εδώ να αναφερθούμε σε αυτούς, αλλά στους δεκάδες χιλιάδες διοικητές και φορείς οι οποίοι έφεραν στην παγκόσμια καταστροφή την οικονομία, όπως γνωρίζουμε, εκμεταλλευόμενοι τους νόμους ειδικά κατασκευασμένους γι αυτούς απ’ τους πολιτικούς. Σε σχέση με αυτό ο πρόεδρος Obama ήταν σαφής. Είπε πράγματι, αν και σε ανεπίσημη συζήτηση : ‘Η συμπεριφορά των μεγάλων χρηματιστικών ομάδων θα πρέπει να θεωρείται κατακριτέα, ηθικά, από νομικής όμως πλευράς δεν μπορούν να κατηγορηθούν για τίποτα’.

Γεγονός είναι, από μια πλευρά, οι νόμοι που επέτρεψαν την ερήμωση της οικονομίας σχεδιάστηκαν και έγινε δυνατόν να εγκριθούν από τους κυβερνητικούς και τους κατεστημένους φορείς εκείνων των καιρών, συχνά με προηγούμενη συμφωνία με τους διοικητές του χρηματιστικού και βιομηχανικού κόσμου. Απ’ την άλλη, η ξέφρενη και τρελή εξάπλωση της χρηματιστικής οικονομίας των χρόνων Ογδόντα και μετά ανοίγει καινούργιες περιοχές που για το ποινικό δίκαιο, σύμφωνα με τους νομικούς που εδώ και λίγι χρόνο ασχολούνται με το θέμα, είναι ακόμη άγνωστη γη. Το αποτέλεσμα είναι αυτό για το οποίο μιλούσαμε : οι διευθυντές των χρηματιστικών ομάδων, στους προυπολογισμούς των οποίων ανοίχτηκαν χάσματα εξ αιτίας των χειρισμών τους έφτασαν στο σημείο να εκφράσουν μια συγκεκριμένη δυσαρέσκεια – αλήθεια είναι πως το έκαναν μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις – σε σχέση με τις ζημιές αποταμιευτών και φορολογουμένων. Το μέγιστο συνέβη όταν οι εταιρείες τους εκταμίευσαν η καθεμία εκατοντάδες εκατομμύρια στην Fed ή στην Banca d’Inghilterra [Αγγλίας], με σκοπό να αποφευχθεί μια αστική υπόθεση – που ξεκίνησε, για παράδειγμα από αποταμιευτές που ζημιώθηκαν για παράδειγμα από τίτλους που ονομάστηκαν τοξικοί – μετατρέπονταν σε ποινική υπόθεση. Όμως απ’ την τσέπη τους, γενικά, οι μεγαλύτεροι διευθυντές δεν έβαλαν ένα δολάριο ή ένα ευρώ. Ακόμη και στις περιπτώσεις που υποχρεώθηκαν σε παραιτήσεις, έφυγαν παίρνοντας μαζί τους αποζημιώσεις και αποταμιεύσεις εκατομμυρίων. Για να συνθέσουμε, κανείς υπεύθυνος της κρίσης αναγνωρίστηκε σαν τέτοιος, ούτε υποβλήθηκε σε οποιαδήποτε κύρωση που να μην ήταν κάτι περισσότερο από αραιές κριτικές από κάποια media. Από το 2010 και μετά συνέβη και ένα άλλο παράδοξο στις Χώρες της ευρωπαϊκής Ένωσης : τα εκατομμύρια των θυμάτων είδαν τις κυβερνήσεις τους να τους υποχρεώνουν, αυταρχίκά μάλιστα, να πληρώσουν τις ζημιές που αυτή δημιούργησε, ζημιές που αυτούς τους ίδιους χτύπησαν σε μεγάλη σκάλα. Το παράδοξο είναι μια μεγάλη αλυσίδα που περιέχει πολλά δακτυλίδια. Τα περισσότερα σχηματίζονται και διατάσσονται με αυτόν τον τρόπο :

1. Οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες, σε στενή σχέση με εκείνες τις αμερικάνικες, συσσώρευσαν κολοσσιαία χρέη πριν και στη διάρκεια της κρίσης, κυρίως χάρη στην σκιώδη χρηματοδότηση που οι ίδιες ιδιωτικά δημιούργησαν απ’ το μηδέν, ή πλατειά χρησιμοποίησαν με σκοπό να συνεισφέρουν βουνά από δάνεια δίχως να έχουν στον προυπολιγισμό τα σχετικά κονδύλια. Σε διάφορες χώρες της εΕ το σύνολο αυτών των ιδιωτικών χρεών είναι ίσο ή μάλιστα πολύ μεγαλύτερο απ’ το αντίστοιχο δημόσιο χρέος.

2. Οι δημόσιοι προυπολογισμοί, περιλαμβανομένου εν μέρη εκείνου της κεντρικής ευρωπαϊκής Τράπεζας, υπέφεραν πρώτα μια δυνατή πτώση εσόδων εξ αιτίας των φορολογικών πλεονεκτημάτων που παραχωρήθηκαν από τις κυβερνήσεις στους πιο πλούσιους φορολογούμενους και στις επιχειρήσεις την τελευταία δεκαετία του προηγούμενου αιώνα και στην πρώτη του καινούργιου. Στη συνέχεια, μετά το 2007 και εξ αιτίες των εκρροών, αποξηράνθηκαν εξ αιτίας των ποσών που δαπανήθηκαν ή που δεσμεύτηκαν κυρίως για να σωθούν οι τράπεζες, [πάνω από 4 τρις ευρώ σε επίπεδο εΕ στην περίοδο 2008-2011, εκ των οποίων τουλάχιστον 2 πραγματικά μεταχειρίστηκαν], όπως επίσης εξ αιτίας του αυξανόμενου όγκου αυτοκτονιών λόγω ανεργίας και παρομοίων, κυρίως λόγω των συνεπειών της κρίσης.

3. Οι τράπεζες έπεισαν τις κυβερνήσεις και τους πολιτικούς που τις στηρίζουν πως αν και μόνο κάποιες από αυτές υποχρεώνονταν να καταρρεύσουν, ακόμη και από τις μεγαλύτερες, θα ακολουθούσε καταστροφή για ολόκληρη την οικονομία και κοινωνία της ευρώπης.

4. Βλέποντας αυτό τον κίνδυνο, που αυξάνονταν από το γεγονός πως μετά τα έξοδα και τις πιστώσεις που είχαν δοθεί για την εξασφάλισή τους στους κρατικούς προυπολογισμούς, δεν υπάρχουν πλέον πόροι αρκετοί για να σωθούν οι τράπεζες για δεύτερη φορά, η ευρωπαϊκή Επιτροπή, η κεντρική ευρωπαική Τράπεζα και το ΔΝΤ έδωσαν χέρι βοηθείας να διαδώσουν μια ανάγνωση της κρίσης των δημόσιων προυπολογισμών σαν να επρόκειτο για αποτέλεσμα του υπερβολικού κοινωνικού κράτους των προηγούμενων δεκαετιών.

5. Με παρόντα τα κενά που σκάφτηκαν στους προυπολογισμούς, οι κυβερνήσεις αποφάσισαν ως εκ τούτου να ξεκινήσουν μια πολιτική αυστηρής λιτότητας στραμμένη στην μείωση κυρίως των εξόδων, ξεκινώντας από την κύρια φωνή που αφορά τα κεφάλαια συντάξεις-υγεία-εκπαίδευση, που είναι οι πυλώνες του λεγόμενου ευρωπαικού κοινωνικού μοντέλου.

6. Οι πολιτικές λιτότητας καρποφόρησαν τόσο σε εθνικές μεταρρυθμίσεις, σαν την ριφόρμα συντάξεων που εισήγαγε στην Ιταλία η κυβέρνηση Μοντι, μέσα σε λίγες μέρες το φθινόπωρο του 2011, όσο και σε αυστηρά, σκληρά diktat στις Βρυξέλλες. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν διάφορα έγγραφα στα οποία θα επιστρέψουμε (στο cap. vii): Το Memorandum, Το Υπόμνημα συμφωνίας με την Ελλάδα, το ‘δημοσιονομικό σύμφωνο’ για το οποίο μιλήσαμε [για την ακρίβεια 'Συνθήκη για την σταθερότητα, το συντονισμό και τη governance») που υπεγράφει από τους κυβερνήτες των χωρών της Εε τον μάρτιο του 2012 και που εγκρίθηκε με μεγάλη πλειοψηφία από την Ιταλική κυβέρνηση, δίχως την παραμικρή συζήτηση πάνω στη θανατηφόρα ροή του, τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου. Τέλος η δημιουργία του ευρωπαϊκού Μηχανισμού σταθερότητας.

7. Σε μόλις 3 χρόνια, 2010-2012, οι πολιτικές λιτότητας, που πλαισιώνονται και παρουσιάζονται σαν να επρόκειτο για σίγουρα αντίδοτα στην κρίση, στην πραγματικότητα την επιδεινώνουν και την παρατείνουν. Η στασιμότητα της οικονομίας μεταμορφώνεται σε αυστηρή ύφεση. Η ιταλική περίπτωση είναι ενδεικτική από αυτή την άποψη, το ίδιο όμως διαπιστώνεται σε άλλες ευρωπαικές Χώρες ακόμη και στην Γερμανία.

8. Σαν αποτέλεσμα της επιδείνωσης της κρίσης, το νούμερο των θυμάτων αυτής, ειδικά εκείνο αυτών δίχως εργασία και των λεγεώνων επισφαλών, καλλιεργείται επιπλέον.

9. Κανείς δεν μπορεί να πιστέψει με σοβαρότητα στο 2013, έξι χρόνια από την έναρξή της, πως ένα πραγματικό τέλος και οριστικό της κρίσης είναι κοντινό.

Εάν αναρωτηθούμε πως μια παρόμοια παράδοξη αληλουχία αποφάσεων και εκδηλώσεων κατέστη δυνατή, γίνεται να σκεφτούμε στις πρώτες από μια κολοσσιαία σειρά λαθών που έπραξαν οι κυβερνήσεις Εε. Στην πραγματικότητα χρειάζεται να είμαστε μάλλον αμβλείς σε θέματα οικονομικών πολιτικών για να πιστέψουμε πως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κρίση με τη δημιουργία, μέσα στην πλήρη ταλάντευσή της, ισχυρές παρεμβάσεις με υφεσιακές επιπτώσεις απολύτως βέβαιες. Παρ' όλα αυτά, αν και η οικονομική νωθρότητα αρκετών κυβερνητών στην Εε είναι εκτός αμφιβολίας, θα ήταν λάθος στους στόλους συμβούλων και υπαλλήλων να υποθέσουμε πως δεν κατάφεραν να δώσουν να καταλάβουν στους υπουργούς και τους προέδρους των Επιτροπών και Κυβερνήσεων των Κρατών πως η Λιτότητα, στην παρούσα κατάσταση, ήταν μια συνταγή αυτοκτονική από την οικονομική οπτική, αν όχι και από την πολιτική.

Στην πραγματικότητα οι ευρωπαίοι κυβερνήτες γνώριζαν και γνωρίζουν πολύ καλά πως οι πολιτικές τους λιτότητας γεννούν υφέσεις μακράς διάρκειας. Το έργο που τους εμπιστεύτηκαν από την κυρίαρχη τάξη, της οποίας είναι ένα κλάσμα αντιπροσωπευτικό, δεν είναι σίγουρα εκείνο να ξαναθεραπεύσουν την οικονομία.Είναι μάλλον εκείνο του να συνεχίσουν με κάθε τρόπο την αναδιανομή εισοδημάτων, του πλούτου και της πολιτικής εξουσίας από τα κάτω, από χαμηλά προς τα ψηλότερα που διαρκεί εδώ και τριάντα χρόνια. Αυτή είχε διατρέξει κίνδυνο εξ αιτίας της αποτυχίας των οικονομικών πολιτικών που βασίζονταν στην εξάπλωση δίχως όρια του χρέους και της δημιουργίας ιδιωτικού χρήματος από μέρους των τραπεζών, που έγινε εμφανής με την χρηματιστική έκρηξη του 2007. Οι πολίτες της Εε, όπως και εκείνοι των Ηπ, ήδη έχουν ανεχθεί σκληρές επιβαρύνσεις πρώτα από τις διαδικασίες απολλοτρίωσης που υπέστησαν, στη συνέχεια από τις άμεσες συνέπειες της κρίσης. Οι κυβερνήσεις τους πρέπει να σκέφτηκαν πως δύσκολα θα είχαν αντέξει δίχως αντιστάσεις άλλα κοινωνικά και πολιτικά κόστη, με τη μορφή αποσυναρμολόγησης των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και χειροτέρευσης των συνθηκών εργασίας τα οποία έχουν απολαύσει για τουλάχιστον δύο γενιές. Αυτή όμως είναι η τελευταία περιοχή να κατακτήσουν για τη συνέχιση της αναδιανομής των πόρων από χαμηλά προς τα ψηλά. Αυτή σχηματίζεται απ' τα χιλιάδες δις που ξοδεύονται κάθε χρόνο για τα προαναφερθέντα συστήματα - μεγάλο μέρος των οποίων, ξεκινώντας από τις συντάξεις, αντιπροσωπεύει μισθούς σε καθυστέρηση, ούτε ελαφρύνσεις από το Κράτος.

Οι κυβερνήσεις της Εε έχουν λοιπόν θέσει σε εφαρμογή, με σκοπό να επιτύχουν η τάξη που αντιπροσωπεύεται από αυτές να μπορέσει να συνεχίσει δίχως σοβαρά εμπόδια την αναδιανομή από τα κάτω προς τα πάνω, δύο στρατηγικές που αποδείχθηκαν στα χρόνια μετά το 2010 πολύ αποτελεσματικές. Η πρώτη συνίσταται, όπως θυμήσαμε νωρίτερα, στο να μασκαρέψουν την κρίση με τρόπο ώστε να μη δείχνει πως οφείλεται στο τραπεζικό σύστημα αυτή τη φορά, αλλά μάλλον οφείλετο στο υπερβολικό χρέος των Κρατών, που σε αυτά δημιουργήθηκε από τα μεγάλα κοινωνικά έξοδα. Σε δεύτερο τόπο, στην πρόβλεψη πως αυτό το ερμηνευτικό σχήμα δεν ήταν αρκετό να κρατήσει τους πολίτες ήσυχους, διάλεξαν τον δρόμο του αυταρχισμού επείγουσας κατάστασης. Σαν να επρόκειτο για κατάσταση πολέμου δεν γίνονται εκλογές ποιός και πως θα μοιράσει την τροφή, μπροστά στην κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που ονομάστηκε 'υπερβολικό χρέος δημόσιων προϋπολογισμών' τα μέτρα που έπρεπε να παρθούν για την επιβίωση σχεδιάστηκαν από όργανα με περιορισμένο αριθμό μελών : ξεκινώντας από το ευρωπαικό Συμβούλιο που σχηματίζεται από τους αρχηγούς Κρατών ή των κυβερνήσεων των Κρατών μελών. Στις εργασίες του συνεργάζονται η ευρωπαϊκή Επιτροπή [της οποίας ο πρόεδρος παίρνει μέρος στο Συμβούλιο] και η Κεντρική ευρωπαική τράπεζα. Έχουν την εξωτερική στήριξη του δνΤ, διεθνούς νομισματικού Ταμείου. Τα μέτρα που πρόκειται να παρθούν αναπτύσσονται από την Τρόϊκα που σχηματίζεται από Επιτροπή, κεΤ και δνΤ και που στέλνονται στα αντίστοιχα Κοινοβούλια για την έγκριση. Έτσι έγινε με πολλά έγγραφα : το memorandum που στάλθηκε στην Ελλάδα, το πακέτο μέτρων – που σημάδεψαν κατευθείαν στη διάλυση του κοινωνικού κράτους – που ονομάστηκε Euro Plus, το λεγόμενο ‘δημοσιονομικό σύμφωνο’ ή Σύμφωνο σταθερότητας κλπ. η δημιουργία του ευρωπαικού Μηχανισμού σταθερότητας. Δεδομένης της έγκρισης ‘που ζητήθηκε από την Ευρώπη’, τα Κοινοβούλια υπάκουσαν, έτσι όπως είναι αναγκασμένο να κάνει ένα πολιτικό όργανο υπό κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Είναι οι κυβερνήσεις που κάνουν κουμάντο.

Δια μέσω αυτής της διαδικασίας που στην Ευρώπη οδηγείται από λίγες δεκάδες πρόσωπα, η δημοκρατία στην Ένωση μοιάζει με κούρσα ταχύτατης εκκένωσης. Μέχρι καιη Συνθήκη της Εε, στην οποία η πραγματική άσκηση της δημοκρατίας δέχεται πολύ λιγότερη προσοχή από ότι η ελεύθερη αγορά και ο ανταγωνισμός, παρακάμπτεται κάτω από το νόμιμο και θεσμικό προφίλ από τις αυταρχικές διατάξεις που έχουν τεθεί σε ισχύ πρόσφατα από τις κυβερνήσεις και την Τρόϊκα. Στις εκατοντάδες εκατομμυρίων πολιτών της Εε, εκείνο που αυτό η περιορισμ΄΄ενη ομάδα αποφασίζει παρουσιάζεται σαν alternativlos, δίχως δηλαδή καμία εναλλακτική : με κίνδυνο, απειλούν οι κυβερνήσεις, την κατάρρευση του ευρώ, των κυρίαρχων προϋπολογισμών, ολόκληρης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μπροστά σε τέτοιου είδους απειλές, που τα μέσα αναπαράγουν καθημερινά σαν τύμπανο ασταμάτητο, οι πολίτες των Χωρών αγκάθια της Εε μέχρι στιγμής υφίστανται με σκυμμένο το κεφάλι μπορούμε να πούμε τις παρεμβάσεις του αυταρχισμού έκτακτης ανάγκης των κυβερνήσεών τους και της Τρόικας των Βρυξελλών, παρόλο που αυτός λαμβάνει όλο και περισσότερ χαρακτηριστικά πραξικοπήματος με δόσεις [μιλά γι αυτό πλατειά το κεφ. vii).

Όταν παρουσιάζονται οι εκτιμήσεις που έχουν ως τώρα αναφερθεί φτάνουμε πάντα στην ερώτηση τι να κάνουμε. Είναι ανώφελο να κρύψουμε πως για όλους αυτούς που σκέφτονται πως θα μπορούσε να υπάρχει ένας άλλος κόσμος πέρα από τον νεοφιλελέυθερο ολοκληρωτισμό, η κατάσταση είναι σχεδόν απελπιστική. Το γεγονός είναι πως αυτή η ιδεολογία έχει κερδίσει κατά κράτος, ξεκινώντας από τον χώρο του πνεύματος, των ιδεών, της πληροφορίας και της πληροφόρησης. Διδακτικό σε αυτή την περίπτωση είναι το γεγονός του Powell Memorandum. Lewis F. Powell, δικηγόρος που έγινε δικαστής στο αμερικάνικο Ανώτατο Δικαστήριο, το 1971 έστειλε ένα υπόμνημα εμπιστευτικό στον πρόεδρο της Επιτροπής για την Παιδεία του Υπουργείου εμπορίου Ηπα, για αντίθεση και εξουδετέρωση εκείνου που όριζε σαν επίθεση στο σύστημα του ελεύθερου επιχειρείν. Σήμερα θα ήταν ευχαριστημένος βλέποντας πως οι προτάσεις του εφαρμόστηκαν με επιτυχία, όχι μόνο στις Ηπα, αλλά και σε όλη την Εε.

Το Powell Memorandum, που δημοσιεύτηκε μόνο αρκετά χρόνια αργότερα, πρότεινε πάνω απ' όλα την παρέμβαση στα πανεπιστήμια, ιδιαίτερα στις σχολές κοινωνικών σπουδών, μιας και επιστήμονες, πολιτικοί, οικονομολόγοι, κοινωνιολόγοι και πολλοί ιστορικοί ήταν προσανατολισμένοι συνολικά φιλελεύθερα, ''ακόμη και εκεί που δεν υπήρχαν αριστερίζοντες''. Από αυτές έπρεπε να απαιτηθεί ίσος χρόνος για τους ομιλητές, η ύλη των μαθημάτων έπρεπε να υπόκεινται σε αναθεώρηση και κριτική από διαπρεπείς μελετητές που 'πιστεύουν στο σύστημα', η υπάρχουσα ανισορροπία μεταξύ μεγέθους και βαρύτητας ανάμεσα στις σχολές έπρεπε να διορθωθεί. Ανάλογες οδηγίες παρείχε το υπόμνημα και για την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τον τύπο, τα επιστημονικά περιοδικά, τη διαφήμηση. Το κείμενο μάλιστα πρότεινε την παρέμβαση μέχρι και στα περίπτερα εφημερίδων, διότι εκεί εκτείθεντο κάθε είδος βιβλίων και περιοδικών ''που υμνούσαν τα πάντα, από την επανάσταση στον ελεύθερο έρωτα, την ώρα που δεν υπάρχει κανένα βιβλίο ή περιοδικό ελκυστικό και καλογραμμένο που 'να στέκεται απ' την δική μας μεριά''. [9]

Στ διάρκεια κάποιων δεκαετιών οι προτάσεις του Powell Memorandum άρχισαν να πραγματοποιούνται σε Εε και Ηπα, αποδίδοντας εκπλκτική επιτυχία. Τα νεοφιλελεύθερα
think tanks από κάποιες δεκάδες έφτασαν να γίνουν εκατοντάδες. Τα σεμνά νούμερα σε δολάρια ή ευρώ που επενδύονταν σε καμπάνιες lobbying για να αποκτήσουν από τα Κοινοβούλια νόμους ευνοϊκούς για την αγορά, την ελεύθερη επιχείρηση, την ιδιωτικοποίηση όλων των δημόσιων αγαθών έχουν γίνει εκατομμύρια ετησίως. Με τον ίδιο τρόπο και στν ίδια κλίμακα αυξήθηκαν οι συνεισφορές που αποδίδονται στους κατάλληλους υποψήφιους την περίοδο των εκλογών. Στα αμερικανικά και ευρωπαικά πανεπιστήμια σώθκαν οι σχολές οικονομίας, μετά από μια αποικιοποίηση σχεδόν συνολική από τα ‘παιδιά του Σικάγο’, τους ουλτραφιλελεύθερους απόγονους του Milton Friedman. Αντιθέτως όλες οι κοινωνικές σχολές, και γενικότερα ανθρωπιστικών σπουδών, ελαττώθηκαν μέχρι τα όρια. Το δείχνουν οι στατιστικές που σχεδιάζονται για να επιλέγουν εκείνες που θα έπρεπε να είναι οι καλύτερες πανεπιστμιακές σχολές στον κόσμο. Την υπεροχή σε αυτό το χώρο, που μπορούν να αξιώσουν σχολές όπως Sorbona ή la Normale di Pisa, είναι να καταφέρουν να βρίσκονται ανάμεσα στν εκατοστή και εκατοστή τριακοστή θέση.[10]

Όσο για τη τηλεόραση και αυτό που παρουσιάζουν τα πρακτορεία εφημερίδων, η κυριαρχία της φιλελεύθερης ενημέρωσης δεν θα μπορούσε να είναι πιο φανερή. Το εργοστάσιο ηγεμονίας, μιλώντας με γλώσσα Γκράμσι, της ομοφωνίας που δεν χρειάζεται [σχεδόν ποτέ] να καταφύγει στη βία, έχει γίνει καθεστώς. Δίχως αυτή το πραξικόπημα που πραγματοποίησαν οι Τράπεζες και τα ευρωπαικά Κράτη ενάντια στο κοινωνικό κράτος και την εργασία δεν θα είχε καταστεί δυνατό. Αν και σε μια προοπτική συγκεκριμένα πολιτική κάποια στιγμή θα πρέπει να φτάσει σε βαθειές μεταρρυθμίσεις του χρηματιστικού συστήματος, της Ευρωπαικής Συνθήκης, των οικονομικών πολιτικών, που στηρίζονται από επαρκείς εκλογικές δυνάμεις, είναι μάλλον από την αποσυναρμολόγηση αυτού του εργοστασίου που θα έπρεπε να ξεκινήσουμε.

Note:

(1) Su codesta illogica (Unlogik) cfr. H.R. Haeseler e F. Hörmnan, Banken (überwachung) am Pranger. Inkompetenz, Betrug oder Systemische Krise?, in «Jahrbuch für Controlling und Rechnungswesen», 2010, n. 29, pp. 6 sgg.
(2) Cfr. L. Gallino, Complesso militare-industriale, in Dizionario di Sociologia, Utet Libreria, Torino 20043.
(3) Su teoria e pratica di fenomeni del genere rinvio a Id., L’impresa irresponsabile, Einaudi, Torino 2005.
(4) Per definizioni e approfondimenti vedi L. Gallino, Con i soldi degli altri. Il capitalismo per procura contro l’economia,Einaudi, Torino 2009.
(5) Economic Policy Institute, «Issue Brief», 24 luglio 2012, n. 339, p. 3.
(6) Eurostat, In 2011, 24 per cent of the population were at risk of poverty or social exclusion, in «newsrelease», n. 171, 3 dicembre 2012, passim.
(7) E considerato soglia della povertà relativa un reddito personale netto pari o inferiore al 60 per cento del reddito mediano pro capite.
(8) L. F. Powell, Confidential Memorandum. Attack on American Free Enterprise System, inviato il 23 agosto 1971 a E. B. Sydnor jr, Chairman of Education Committee, US Chamber of Commerce, p. 8. Cito dalla riproduzione autentica del testo dattilografato ricostruito da Thwink.org (www.thwink.org/sustain/articles/017_PowellMemo/index.htm). Il numero delle pagine è stato ridotto da 37 a 20, pur mantenendo intatti testo e note dell’originale.
(9) Ibid., p. 14.
(10) Si veda la classifica, molto apprezzata dagli esperti, diffusa nell’estate 2012 dall’Università di Shanghai.

Il testo pubblicato costituisce l’introduzione al libro di Luciano Gallino, “Il colpo di Stato di banche e governi. L’attacco alla democrazia in Europa” (2013, Einaudi, pp. 352, 19,00 euro)

Pubblicato in GLOBAL CRISIS
Etichettato sottocrisibanchegallinoeurocrisi

infoaut.



http://paganeli.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου